Ανδρέας Κάλβος
Ιωάννης Τσακασιάνος
Παύλο Καρρέρ
Γρηγόριος Ξενόπουλος
Αντώνιος Μάτεσης
Ανδρέας Κάλβος
Ο ποιητής Ανδρέας Κάλβος γεννήθηκε στη Ζάκυνθο το 1792 από το Νικόλαο και την Ανδριανή, το γένος Ρουκάνη. Στα 1794 γεννήθηκε και ο αδελφός του Νικόλαος. Το 1802 ο πατέρας Κάλβος παίρνει τα δύο παιδιά του και εγκαταλείπει τη σύζυγό του για να εγκατασταθεί στο Λιβόρνο, όπου ο Ανδρέας παρέμεινε μέχρι το 1812.
Το 1813 ο Κάλβος γνωρίζεται με τον Φώσκολο στη Φλωρεντία και η ζωή του αλλάζει. Κοντά στο Φώσκολο εργάζεται μ’ ενθουσιασμό και ζέση. Έγραψε δύο τραγωδίες με τίτλο «Θηραμένης» και «Δαναΐδες», που αποτελούν και τα μόνα θεατρικά έργα του1. Έγραψε την ωδή «Εις Ιονίους». Παράλληλα ετοίμασε μερικά φιλοσοφικά και αισθητικά δοκίμια, που στη σκέψη του έπρεπε να αποτελέσουν τη βάση ευρύτερης μελλοντικής εργασίας. Την ίδια εποχή μετέφρασε έργα Ιταλών ποιητών. Ύστερα από παράκληση του Φώσκολου, όμως, πήγε και αυτός τον Ιούνιο του 1816 στην Ελβετία, αφήνοντας τη Φλωρεντία. Aποφάσισαν να φύγουν το γρηγορότερο για την Αγγλία. και από το Μάρτιο του 1817 οι δρόμοι τους χώρισαν.2
Ο Κάλβος ξεκίνησε να δίνει μαθήματα Ιταλικής και Ελληνικής γλώσσας και η ευρυμάθειά του, καθώς και η επιτυχημένη μέθοδος διδασκαλίας του, τον έκαναν γρήγορα γνωστό σε ευρύ κύκλο στην αγγλική πρωτεύουσα και οι μαθητές του αυξάνονταν διαρκώς. Τα μαθήματά του μάλιστα πήγαιναν τόσο καλά που τύπωσε τετράτομη μέθοδο διδασκαλίας της Ιταλικής. Όμως ο Κάλβος έγινε γνωστός στους πνευματικούς κύκλους του Λονδίνου και από μεταφράσεις του από τα αγγλικά στα ελληνικά διαφόρων θρησκευτικών βιβλίων. Παράλληλα αρθρογραφούσε και έκανε διαλέξεις που σχολιάζονταν ευρύτατα από τους επιστημονικούς κύκλους του Λονδίνου. Στα τέλη του 1820 ξαναγύρισε στη Φλωρεντία, όμως οι φιλελεύθερες ιδέες του κίνησαν την προσοχή των Αρχών και τον ανάγκασαν να μεταβεί και πάλι στην Ελβετία. Εκεί βρίσκει προστασία στους φιλελληνικούς κύκλους και το 1824 εκδίδει στη Γενεύη το έργο του «Λύρα-Ωδαί». Επειδή όμως το κέντρο του Φιλελληνισμού ήταν τότε η Γαλλία, ο Κάλβος εγκαταστάθηκε στο Παρίσι στις αρχές του 1826. Τότε δημοσίευσε και τις υπόλοιπες δέκα ωδές του, με τον τίτλο «Λυρικά». Μετά την έκδοση των ωδών αποφασίζει να επιστρέψει στην Ελλάδα.
Κατά την επιστροφή του, προτού φτάσει στο Ναύπλιο, πέρασε από τη Μήλο και την Ύδρα, από όπου έγραψε ανταποκρίσεις προς το γαλλικό περιοδικό “Revue Encyclopédique”, με τις οποίες επιθυμούσε να παρουσιάσει στους Ευρωπαίους μια εικόνα της επαναστατημένης Ελλάδας. Στο Ναύπλιο απογοητεύεται από τις διχόνοιες της επανάστασης και πηγαίνει στην Κέρκυρα τον Αύγουστο του 1826. Εκεί αποκτά φήμη ως διαννοούμενος και λόγιος και η «Ιόνιος Ακαδημία» του απένειμε τον «διδακτορικόν βαθμόν της Φιλισοφίας» και το δάφνινο στεφάνι, τιμές τις οποίες είχε προσφέρει μόνο σε διακεκριμένους λόγιους της εποχής3. Γενικά για τη διδακτική δράση του Κάλβου στην Κέρκυρα έχουμε συγκεχυμένες πληροφορίες. Φαίνεται πάντως ότι από το 1840 δίδασκε στο Πανεπιστήμιο Φιλοσοφία και στο Γυμνάσιο Ιταλική Φιλολογία. Στις 24 Ιανουαρίου 1841, ο Κάλβος διαδέχτηκε τον Φραγκίσκο Οριόλη στη θέση του διευθυντή του Ιονίου Γυμνασίου. Σε ηλικία 60 χρόνων πηγαίνει στο Louth του Linconshire, παντρεύεται τη δεύτερη γυναίκα του (1853), που ήταν δασκάλα και ανοίγει ένα ανώτερο παρθεναγωγείο, όπου ο ίδιος δίδασκε μαθηματικά και ξένες γλώσσες4. Το Νοέμβριο του 1869 πεθαίνει και θάβεται στο νεκροταφείο του Keddington.
Στα 1881 ο Σπύρος Δε Βιάζης είχε τυπώσει στη Ζάκυνθο ολόκληρο το έργο του ποιητή με αναλυτικό πρόλογο. Στα 1885 ο Παλαμάς, γίνεται ο πρώτος κριτικός στην Ελλάδα που αναγνωρίζει το έργο του Κάλβου, και του αφιερώνει στίχους στη συλλογή του «Ίαμβοι και Ανάπαιστοι».5
Το θέμα της μετακομιδής των οστών του Κάλβου από την Αγγλία προέκυψε για πρώτη φορά κατά το Α΄ Πανιόνιο Συνέδριο του 1938 στην Ιθάκη. Το Συνέδριο ανέθεσε στον τότε πρόεδρο της Εταιρείας Επτανησιακών Μελετών Κ. Σολδάτο να ερευνήσει για την ανεύρεση του τάφου του Κάλβου. Ο τάφος βρέθηκε και συγκροτήθηκε ευρεία επιτροπή για τη μετακομιδή των οστών για τον εορτασμό των εβδομήντα χρόνων από το θάνατό του. Όμως ο πόλεμος διέκοψε αυτή την προσπάθεια. Στα 1952 ο Δήμαρχος Ζακυνθίων Νικόλαος Φιλιώτης ανακίνησε το θέμα με γράμμα που έστειλε στο γιο του παλαιού προξένου στη Ζάκυνθο Ροβέρτου Σάρτζεντ. Το Μάρτιο του 1959, με την ευκαιρία των ενενήντα χρόνων από το θάνατο του Κάλβου, ο Σύλλογος των Επτανησίων Σπουδαστών, έθεσε το θέμα στο Υπουργείο Παιδείας. Λίγο αργότερα, με πρωτοβουλία του Σωματείου «Σολωμού και Επιφανών Ζακυνθίων» πραγματοποιήθηκε ευρεία σύσκεψη κοινωνικών και πνευματικών παραγόντων με σκοπό τη συγκρότηση επιτροπής εορτασμού με την ευκαιρία της μετακομιδής των οστών. Για την καλύτερη επιτυχία της προσπάθειας αποφασίσθηκε η επιτροπή Ζακύνθου να πλαισιωθεί από τριάντα πέντε πνευματικούς και κοινωνικούς παράγοντες της Ζακύνθου που έμεναν στην Αθήνα. Σημαντικό ρόλο για την επιτυχία της προσπάθειας αυτής έπαιξε και ο μετέπειτα Νομπελίστας ποιητής μας Γιώργος Σεφέρης, που τότε ήταν πρεσβευτής της Ελλάδας στο Λονδίνο. Έτσι μετά από συντονισμένες ενέργειες στις 19 Μαρτίου 1960 έφτασαν στην Ελλάδα τα οστά του ποιητή και της γυναίκας του, ενώ στις 5 Ιουνίου με το πολεμικό «Χατζηκωσταντής» έφτασαν στη Ζάκυνθο, όπου αναπαύονται στο Μαυσωλείο του «Μουσείου Σολωμού και Επιφανών Ζακυνθίων», δίπλα στα οστά του εθνικού μας ποιητή.6
Σχετικά Εκθέματα
Τάφος Αντρέα Κάλβου
Σταυροί
1 Γ.Θ.Ζώρα, «Οι σπουδές του Κάλβου», ό.π. , σελ. 12.
2 Γ.Θ.Ζώρα, «Οι σπουδές του Κάλβου», ό.π., σελ. 13-6.
3 Γ.Θ.Ζώρα, «Οι σπουδές του Κάλβου», ό.π. , σελ. 18 .
4 Γ.Θ.Ζώρα, «Οι σπουδές του Κάλβου», ό.π., σελ. 17-22.
5 Σπ. Μυλωνά, Ανδρέα Κάλβου Άπαντα, ό.π., σελ. 21. Πρόσφατα αναθερμάνθηκε η συζήτηση για το έργο του Κάλβου μετά την ανακάλυψη από τον Κύπριο φιλόλογο και ερευνητή Λεύκιο Ζαφειρίου χαμένης ωδής του Κάλβου με τίτλο «Ελπίς πατρίδος», στην Πανεπιστημιακή Βιβλιοθήκη της Γλασκόβης. Βλ. άρθρο Γ. Καρουζάκη, ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ - 28/03/2006.
6 Σπ. Μυλωνά, Ανδρέα Κάλβου Άπαντα, ό.π., σελ. 32-3 .
Ιωάννης Τσακασιάνος (1853-1908)
|
| Σπουργίτης, 1894 |
|
| Σπουργίτης, 1896 |
Η οικογένεια του ποιητή Ιωάννη Τσακασιάνου, που ο Διονύσιος Ρώμας τον έχρισε πρωταγωνιστή στη «Ζακυνθινή Σερενάτα», προέρχεται από τη Βενετία. Στην Ελλάδα η οικογένεια Τσακασιάνου εγκαταστάθηκε αρχικά στην Κεφαλονιά, και απόγονοί της κατέβηκαν στη Ζάκυνθο κι’ από εκεί άλλοι πάλι μετοίκισαν στην Πάτρα, τη Ρουμανία και την Αίγυπτο. Από το επίσημο όμως μητρώο του Δήμου Ζακυνθίων πληροφορούμαστε πως γεννήθηκε στις 10 Αυγούστου του 18531. Επειδή ο γάμος των γονίων του δυσαρέστησε την οικογένεια του πατέρα του Τσακασιάνου, δεν τους παρείχε καμιά βοήθεια. Παρ’ όλα αυτά η μητέρα του Τσακασιάνου κατάφερε να διοριστεί στο ιστορικό Μετοχικό Μεταξοϋφαντουργείο της Ζακύνθου, που ιδρύθηκε στα 1849 και παρέμεινε σ’ αυτό μέχρι την ημέρα που διαλύθηκε από την πολιτική διαμάχη των μετόχων του (1863). Ο θάνατος του πατέρα του, όταν ο Τσακασιάνος ήταν εφτά χρόνων, επέτεινε την οικονομική τους δυσπραγία, αναγκάζοντας τον Ιωάννη να πάει στο κουρείο του θείου του για να μάθει την «τέχνη».
Όμως το «μικρόβιο» της καλλιτεχνικής ενασχόλησης το είχε μέσα του. Σε παιδική ηλικία κατασκεύασε το πρώτο δικό του θεατράκι, το οποίο μετέφερε ύστερα σ’ ένα δωμάτιο του σπιτιού του Κόντε Κομμούτου. Παράλληλα στο κουρείο του γκρινιάρη θείου έπαιρνε μαθήματα κιθάρας από τον Κόντε Καπνίση. Με τη μεγάλη του προσπάθεια, κατόρθωσε σε ηλικία 18 χρόνων να έχει αποκτήσει εγκυκλοπαιδική μόρφωση, να γνωρίζει έργα αρχαίων Ελλήνων συγγραφέων, και να μιλάει γαλλικά, ιταλικά και λίγα αγγλικά, ενώ ήταν και άριστος μουσικός, συνθέτοντας μάλιστα θαυμάσιες μελωδίες πάνω στην κιθάρα του.
Στα 1872, συστάθηκε, χάρη στην πρωτοβουλία του Σφήκα, ο πρώτος σοβαρός ερασιτεχνικός θίασος Ζακύνθου, τις παραστάσεις του οποίου παρακολουθούσε με ενδιαφέρον πολύς κόσμος. Μια βραδιά κάλεσε ο Σφήκας αρκετούς για να τους διαβάσει μια πρωτότυπη κωμωδία, που του είχε στείλει κάποιος με τρόπο «πολύ μυστικόν». Μετά το διάβασμα άρχισαν να επαινούν όλοι την πρωτοτυπία και το γούστο του μικρού εκείνου έργου, που αποδείχτηκε ότι ήταν του Τσακασιάνου.
Με νέα ορμή, ύστερα από τη θερμή υποδοχή του έργου του, ο Τσακασιάνος αποφάσισε να προχωρήσει σε έκδοση λογοτεχνικού περιοδικού και έτσι στις αρχές του 1874 είδε το φως ο «Ποιητικός Ανθών», στου οποίου τις στήλες φάνηκε η τότε αριστοκρατία του πνεύματος. Το περιοδικό αυτό εκδιδόταν μέχρι το 1878. Όλος ο ελληνικός τύπος του έπλεξε εγκώμια ενώ και πολλά φύλλα της Ευρώπης υποδέχτηκαν την προσπάθεια με θέρμη. Ο Αριστοτέλης Βαλαωρίτης, ο Αλ. Ραγκαβής και όλα τα φωτοβόλα πνεύματα της εποχής έσπευσαν να στείλουν συγχαρητήρια και ενθαρρυντικά γράμματα στον διευθυντή και εκδότη του «Ανθώνος».
Ο Τσακασιάνος στα 1876 δημοσίευσε το κωμειδύλλιον «Η ερωμένη του συρμού», στο τέλος του οποίου έβαλε και μερικά τραγούδια του. Θα επισημάνουμε πως στον Γιάννη Τσακασιάνο οφείλεται η λέξη κωμειδύλλιον. Στο εξώφυλλο της έκδοσης του πρώτου του έργου υπάρχει τυπωμένη η λέξη «vaudeville» με την επεξήγηση «κωμειδύλλιον πρωτότυπον».2
Όλες οι καντάδες και τα τρομερά ξενύχτια όχι μόνον δεν τον έκαναν να αμελεί την έκδοση του «Ανθώνος», το κουρείο, τον ερασιτεχνικό όμιλο του θιάσου και το εμπόριο της πούδρας, αλλά είχε το θάρρος να εκδίδει με φίλους του κι’ εφημερίδες, όπως τον «Βελζεβούλ», τον «Ήλιο» και τον «Καθρέπτη» και είχε διοριστεί και μόνιμος συντάκτης των νεκρολογιών των διαλεχτών μελών της κοινωνίας της Ζακύνθου.
Τον Δεκέμβριο του 1877 πηγαίνει στην Αθήνα. Ο πρώτος που συνάντησε εκεί ήταν ο θιασάρχης και ηθοποιός Διονύσιος Ταβουλάρης, ο όποιος τον οδήγησε σ’ όλα τα δημοσιογραφικά γραφεία της πρωτεύουσας. Στο πρώτο που τον πήγε ήταν το γραφείο της «Εφημερίδος», που ο Δημ. Ι. Καμπούρογλους με τον Μωραϊτίδη, τον υποδέχτηκαν φιλικότατα. Με τον ίδιο ενθουσιασμό τον δέχτηκαν ο Τ. Φιλήμων και άλλοι διαπρεπείς λόγιοι της εποχής του.
Γυρνώντας από την Αθήνα συνέχισε τον βιοποριστικό αγώνα, αλλά και την καλλιτεχνική του παραγωγή. Στα 1879, λίγους μήνες ύστερα από τη διακοπή του «Ανθώνος», δημοσίευσε τη συλλογή ποιημάτων του «Φιλιά και κλάμματα». Λίγο αργότερα εξέδωσε τους «Νυχτερινούς θρήνους», μικρή συλλογή από διάφορα τραγούδια της κιθάρας, από τα οποία πολλά τραγουδιώνται και σήμερα στη Ζάκυνθο. Στο μεταξύ, δημοσίευσε και διάφορα ευτράπελα στιχουργήματα σ’ εφημερίδες και περιοδικά. Το 1881 εξέδωσε τα «Στιχουργήματα», μια έκδοση ποιημάτων με καλλιτεχνική εμφάνιση και εξώφυλλο πολυτελείας. Το ποίημα όμως που τον έκανε να εκτιμηθεί ακόμα περισσότερο από τους συμπατριώτες του ήταν ο «Ζακυνθινός Σπουργίτης», που αυτοσχεδίασε και δημοσίευσε στα 1884 και έκτοτε αναδημοσιεύτηκε αναρίθμητες φορές.
Στα 1885 έγραψε το περίφημο πατριωτικό ποίημα «Εμπρός», που δημοσιεύτηκε στο περιοδικό «Κυψέλη». Προκάλεσε μεγάλο ενθουσιασμό και αναδημοσιεύτηκε και από πολλά φύλλα των Αθηνών. Παρ’ όλο που είχε υπ’ όψη του να ξαναρχίσει την έκδοση του «Ανθώνος», με κάποια χρήματα που κέρδισε από τις εκδόσεις του «Κόντε Σπουργίτη» (1888) και από τη συλλογή «Δώρο πρωτοχρονιάτικο» (1888), πείσθηκε από τον τότε Αρχιεπίσκοπο Ζακύνθου Διονύσιο Λάττα ν’ αναλάβει την έκδοση της θρησκευτικής εφημερίδας «Σιών», από την οποία όμως έπαθε μεγάλη οικονομική ζημία.
Κατόπιν συνεργάστηκε με τον Χρήστο Χιώτη (ανηψιό του ιστορικού Π. Χιώτη) και άνοιξαν ένα βιβλιοπωλείο, ενώ παράλληλα ανέλαβαν και τη διεύθυνση της «Ελληνικής Βιβλιοθήκης» που εξέδιδαν οι Μπάρτ και Χίρστ, επιχειρηματικές δραστηριότητες όμως που δεν ευδοκίμησαν. Αφού πέρασε κάποιο διάστημα στην Αθήνα, με μεγάλες οικονομικές δυσπραγίες, διορίστηκε γύρω στα 1894 δημόσιος υπάλληλος, υποτελώνης αρχικά και κατόπιν τελώνης. Το ποίημά του «Του Σπουργίτη μπόμπα πρώτη, μποναμάς του πατριώτη», που σατύριζε το «δυστυχώς επτωχεύσαμεν» του Χαρ. Τρικούπη, λίγο έλειψε να του στοιχίσει τη θέση του. Ωστόσο παρέμεινε δημόσιος υπάλληλος και πέθανε τελώνης στο Ναύπλιο το 1908.
Ενδιαφέρον προκαλεί η αλληλογραφία του Τσακασιάνου με τον Γάλλο Νεοελληνιστή Ém. Legrand3. Ο Legrand ήταν αυτός που παρότρυνε τον Τσακασιάνο να γράψει και να εκδώσει την αυτοβιογραφία του. Πράγματι, η «Αυτοβιογραφία» του Τσακασιάνου διατυπώθηκε –κατά το πρώτο τουλάχιστον μέρος της– υπό μορφή αλληλογραφίας προς τον Γάλλο Νεοελληνιστή, ύστερα προφανώς από σχετικό αίτημά του Legrand και με την υπόσχεση έκδοσής της, που ωστόσο δεν πραγματοποιήθηκε. Το 1924-1925 το κείμενο δημοσιεύτηκε σε συνέχειες, στο περιοδικό «Μπουκέτο», υπό τον τίτλο «Η ανέκδοτος Αυτοβιογραφία του Επτανησίου ποιητού Ι. Τσακασιάνου» και με την δήλωση «ευγενώς παραχωρηθείσα υπό του υιού του κ. Γεωργ. Τσακασιάνου».4 Όμως η εξιστόρηση της ζωής του Τσακασιάνου διακόπτεται απότομα.5
Η αυτοβιογραφία του αυτή καθεαυτή δεν είναι κάτι το εξαιρετικό. Στο πρώτο μέρος της ο συγγραφέας αναφέρεται στην οικογένειά του, την κλίση του στα γράμματα, την εργασία του στο κουρείο του θείου του και την έκδοση του «Ανθώνος». Στο δεύτερο μέρος της «Αυτοβιογραφίας», που γράφτηκε μετά τις 14 Ιουνίου 1899 και εστάλη στον Legrand περί τα τέλη Αυγούστου του ίδιου χρόνου, γίνεται λόγος για τις πνευματικές και καλλιτεχνικές συντροφιές του Ι. Τσακασιάνου, την ποιητική και δραματική δημιουργία του, τη γνωριμία του με δημοσιογραφικούς κύκλους των Αθηνών, τις απόπειρες οργανώσεως θεατρικών ή μελοδραματικών παραστάσεων και τελικά την κατάληξή του ως Υποτελώνη σε επαρχιακά ελλαδικά κέντρα.6
Το ενδιαφέρον του κειμένου έγκειται στις πληροφορίες που έμμεσα παρέχονται για την γενικώτερη πνευματική και καλλιτεχνική κίνηση ή την κοινωνία των χρόνων του, και για αναφορές σε συγκεκριμένα πρόσωπα ή περιστατικά που ενισχύουν την εικόνα της ατμόσφαιρας που είχε διαμορφωθεί στη Ζάκυνθο, σε μια περίοδο διανοητικής ανάπτυξης του λαού, που συμβάδιζε με την πρόοδο της αστικής τάξης. Ο Τσακασιάνος ήταν ο κατεξοχήν Ζακυνθινός, ή η εικόνα του Ζακυνθινού όπως θα ήθελε ο θεατρικός Ρώμας να την παρουσιάσει: καλλιτεχνική φύση, πνεύμα οξύ που καταφέρνει με το χαμόγελο και τη σάτιρα να αντιμετωπίζει τις δυσκολίες της ζωής.
Ο Τσακασιάνος έμεινε γνωστός σαν «Σπουργίτης» από τη σειρά ποιημάτων του με αυτό τον τίτλο. Μετά το θάνατό του δημοσιεύτηκε η συλλογή: «Γιάννη Τσακασιάνου, Άπαντα. Τόμος Α΄. Αθήναι 1926», με προλεγόμενα του Κωστή Παλαμά. Αν και πέθανε στο Ναύπλιο έγραφε για τη Ζάκυνθο:
Ποιος πάτησε το χώμα σου χρυσό μου μοσκονήσι,κι’ έφυγε δίχως στεναγμό και δίχως να δακρύσει; (...)
όλα σας μυριονόστιμα! Αχ, πώς να σας αφήσω;...
Όχι, με σας ΄που βρέθηκα Σπουργίτης θα ψοφήσω!7
Σχετικά Εκθέματα
Προσωπογραφία Ιωάννη Τσακασιάνου
Προθήκη Ιωάννη Τσακασιάνου
1 Α. Ι. Ζώντου, Γιάννης Τσακασιάνος. Ο άνθρωπος και ο ποιητής, Αθήνα, 1932.
2 Δ. Ν. Μουσμούτης, Ο Ρώμας και το Θέατρο. «Πλατύφορος» Εταιρεία Μελέτης Έρευνας Προαγωγής Πολιτισμού. Αθήνα, 2002,σελ. 35.
3 Αν και δεν είναι εύκολο να προσδιορισθεί με ακρίβεια πότε ξεκίνησε η επικοινωνία τους, είναι πιθανόν η αυτόγραφη επιστολή του Τσακασιάνου (23/4 Φεβρουαρίου 1888) προς τον Ém. Legrand (που καταχωρίθηκε στο έργο του «Fac-similés d’ écritures grecques du dix-neuvième siècle. Paris, 1901», σελ. 63-4) ν’ αποτελεί απάντηση σε αμέσως προγενέστερη επιστολή του Legrand. Στο Αρχείο του ζακυνθινού λογοτέχνη σώζονται επτά επιστολές του Legrand και σχέδιο επιστολής του Τσακασιάνου στην τελευταία του Legrand. Βλ. Φ. Κ. Μπουμπουλίδου, Η «Αυτοβιογραφία» του Ι. Γ. Τσακασιάνου, Αθήνα, 1992, σελ. 14, σημ. 7.
4 Φ. Κ. Μπουμπουλίδου, ό.π., σελ. 14-5. 5 Στο περιοδικό σημειώνεται: «Η αυτοβιογραφία του αλησμονήτου Ζακυνθίου ποιητού Ι. Τσακασιάνου διακόπτεται αποτόμως εις το σημείον αυτό. Ο υιός του ποιητού κ. Γ. Τσακασιάνος δεν ηδυνύθη να εύρη την συνέχειαν εις τα χειρόγραφα του πατρός του. Εις το τελευταίο αυτό κομμάτι ο ποιητής περιγράφει διάφορες αποκριάτικες τρέλες του. Φαίνεται εν τούτοις ότι από το τέλος της Αυτοβιογραφίας δεν λείπουν παρά μερικαί γραμμαί. Ίσως δε να ετελείωνε στο σημείο αυτό η Αυτοβιογραφία του ποιητού». Βλ. Φ. Κ. Μπουμπουλίδου, ό.π., σελ. 15, σημ. 1.
6 Φ. Κ. Μπουμπουλίδου, ό.π., σελ. 16.
7 Ι. Τσακασιάνου, «Ζακυνθινός – Σπουργίτης», Ζάκυνθος, 1884.
Παύλο Καρρέρ (1829-1896)
![]() |
| Ισαβέλλα |
![]() |
| Δέσπω |
![]() |
| Αυτοβιογραφία Παύλο Καρρέρ |
Oι επτανήσιοι συνθέτες, συμμετέχουν πλουσιοπάροχα στη μουσική κοσμογονία του 19ου αιώνα, με κορυφαίο και πιο σημαντικό συνθέτη όπερας, τον Παύλο Καρρέρ. Οι ευρωπαϊκές σπουδές του και η επίδραση της ιταλικής όπερας, μαζί με το δημοτικό τραγούδι και την έντεχνη ελληνική ποίηση των Αριστοτέλη Βαλαωρίτη, Ιουλίου Τυπάλδου, Αχιλλέα Παράσχου, Αλέξανδρου Σούτσου Ραγκαβή κ.α. τροφοδότησαν την έμπνευσή του και στήριξαν γερά το συνθετικό του έργο, εξασφαλίζοντάς του αποδοχή και καταξίωση.
Γεννήθηκε στη Ζάκυνθο στις 12 Μαΐου 1829, γιος του Κωνσταντίνου και της Πηγής, το γένος Χαριάτη. Το 1839 μπήκε εσωτερικός μαθητής στο Ιόνιο Γυμνάσιο Κέρκυρας, ενώ το 1843 συνέχισε τις εγκύκλιες σπουδές του με τον Ιγνάτιο Μαρτζώκη, καθηγητή και διευθυντή του Λυκείου Ζακύνθου και με τον μετέπειτα επίσκοπο Κυθήρων, ιερέα Κωνσταντίνο Στρατούλη. Τα πρώτα μαθήματα πιάνου και μουσικής τα πήρε από τον Ιταλό μουσικοδιδάσκαλο Τζουζέππε Κρίκκα και αργότερα από το διευθυντή της πρώτης Ζακυνθινής Φιλαρμονικής Φραντσέσκο Μαρανγκόνι. Πρώτες συνθέσεις του, σήμερα χαμένες, είναι Το Αηδόνι1, βάλς, και η μελοδραματική σκηνή Ο προσκυνητής της Καστίλλης, σε κείμενο Γεωργίου Λαγουϊδάρα. Μετά τις επιτυχίες του αυτές αποφάσισε να αφιερωθεί ολοκληρωτικά στη σύνθεση, γι’ αυτό το 1850 αναχώρησε για σπουδές μουσικής στο Μιλάνο, όπου σπούδασε και σταδιοδρόμησε για επτά ολόκληρα χρόνια.2
Στις 25 Αυγούστου 1852 ανεβαίνει στο θέατρο του Μιλάνου «Κάρκανο» η τρίπρακτη όπερά του Dante e Bice [Δάντης και Βεατρίκη], σε κείμενο Serafino Torelli, της οποίας σώζεται μόνον το λιμπρέτο. Το 1854 ανεβαίνει στο θέατρο «Σαν Τζιάκομο» της Κέρκυρας η Isabella d’ Aspeno [Ισαβέλλα του Άσπεν]. Η ίδια όπερα ανεβαίνει αργότερα στο «Κάρκανο», ενώ στις 19 Ιανουαρίου 1856 ανεβαίνει ξανά στο ίδιο θέατρο η λυρική τραγωδία του, με πρόλογο και τρεις πράξεις, σε κείμενο Ιωσήφ Σαπίου La Rediviva [Η Αναζήσασα]. Όμως η άρνηση της «Σκάλας» του Μιλάνου ν’ ανεβάσει έργα του τον ωθεί να αποφασίσει να επαναπατριστεί. Είναι άνοιξη του 1857 και ο Caccialupi σε διάστημα σαράντα ημερών του παραδίδει το λιμπρέτο του Μάρκου Μπότσαρη καθώς και της όπερας Φιόρ ντι Μαρία, εμπνευσμένης από Τα Μυστήρια των Παρισίων του Ευγένιου Σύη [Eugène Sue], που ο Καρρέρ θα μελοποιήσει αργότερα.3
Επιστρέφει στη Ζάκυνθο και στις 10 Φεβρουαρίου 1858 παρουσιάζει το έργο Isabella d’ Aspeno [Ισαβέλλα του Άσπεν], με πρωταγωνίστρια τη μετέπειτα σύζυγό του, σοπράνο Ισαβέλλα Ιατρά4. Η φήμη του συνθέτη μεγαλώνει και στις 23 και 26 Απριλίου 1858 γίνεται δεκτός από το τότε βασιλικό ζεύγος Όθωνα και Αμαλία, εκτελεί παρουσία τους αποσπάσματα από το Μάρκο Μπότσαρη και αφιερώνει το έργο στον Όθωνα. Τον επόμενο χρόνο η Ισαβέλλα Ιατρά και ο Παύλος Καρρέρ περιοδεύουν στην Πάτρα, Αθήνα, Σμύρνη και Σύρο. Στην Αθήνα τα Ελληνικά Τραγούδια του Καρρέρ, προκαλούν πατριωτικό ενθουσιασμό και οι ελληνικές αρχές απελαύνουν το ζεύγος από φόβο μήπως δυσαρεστηθεί η Τουρκία! Μετά την περιοδεία ο Καρρέρ συνεχίζει τη σύνθεση των Ελληνικών Μελωδιών: Ανθός και Αυγούλα, Το Φεγγάρι και τον περίφημο Γέρο Δήμο, σε ποίηση Αριστοτέλη Βαλαωρίτη.5
Στις 30 Απριλίου 1861 δίνεται η παγκόσμια πρώτη της όπερας Μάρκος Μπότσαρης στην Πάτρα και σημειώνει θριαμβευτική επιτυχία, παρά την αντίδραση του μητροπολίτη Πατρών Μισαήλ Αποστολίδη, που διχάζει το πατραϊκό κοινό. Λίγα χρόνια αργότερα, στις 8 Απριλίου 1864, με την ευκαιρία της πρώτης επίσκεψης του Γεωργίου Α΄ στη Ζάκυνθο, διοργανώνει, επάνω σε πλοιάρια, την περίφημη grande serenata, προς τιμήν του μονάρχη, δείγμα αναγνώρισης της αξίας του από τους συμπατριώτες του. Στις 19 Δεκεμβρίου 1864 δίνεται η πρώτη παράσταση του Μάρκου Μπότσαρη στη Ζάκυνθο, ενώ από τον Αύγουστο μέχρι το Δεκέμβριο του 1867 συνθέτει τη δεύτερη όπερά του, Φιορ ντι Μαρία, σε κείμενο Caccialupi, και το 1868 ολοκληρώνει μια από τις ωραιότερες όπερές του, την Κυρά Φροσύνη6, σε κείμενο Ελισαβέτιου Μαρτινέγκου, εμπνευσμένη από το έργο του Αριστοτέλη Βαλαωρίτη. Στις 16 Νοεμβρίου 1868, δόθηκε η παγκόσμια «πρώτη» στο θέατρο Ζακύνθου «Απόλλων». Το 1873 συνθέτει την όπερα Μαρία Αντωνιέττα, σε κείμενο Γεωργίου Ρώμα. Το έργο ανέβηκε μετά από δέκα χρόνια στο θέατρο «Φώσκολος» Ζακύνθου. Τον Ιούλιο – Αύγουστο 1875 συνθέτει σε κείμενο Αντωνίου Μανούσου για το Ωδείο Αθηνών το μονόπρακτο Δέσπω, η ηρωΐς του Σουλίου. Το Ωδείο όμως του γνωρίζει ότι δεν είναι σε θέση να το ανεβάσει και το έργο μένει στο συρτάρι του συνθέτη επί επτά χρόνια. Στις 27 Ιανουαρίου 1885 βραβεύεται από τη Φιλαρμονική Εταιρεία Κερκύρας ένα ντουέτο του, χαμένο σήμερα, από το Ρωμαίο και Ιουλιέττα του Σαίξπηρ, σε ελληνική μετάφραση Π. Βεργωτή. Τον Οκτώβριο του 1886 συνθέτει μια χαμένη σήμερα Ορθόδοξη Λειτουργία για τετραφωνία. Από το 1886 ως το 1888 συνθέτει, σε πλοκή δική του και κείμενο Αγαμέμνωνος Μαρτζώκη, την τετραπράκτη όπερά του Μαραθών – Σαλαμίς, για τα εγκαίνια του Δημοτικού Θεάτρου Αθηνών, όμως το θέατρο εγκαινιάζει ο θίασος Λασσάλ – Σαρλέ και το έργο μένει άπαιχτο για 115 χρόνια. Παίχτηκε, τελικά, σε παγκόσμια «πρώτη» από την Εθνική Λυρική Σκηνή, στο θέατρο «Ολύμπια» της Αθήνας (αίθουσα Μαρία Κάλλας) το Φεβρουάριο 2003, υπό τη διεύθυνση του μαέστρου Βύρωνα Φιδετζή.7
Μετά το 1890 ασχολείται με τη σύνθεση τριών σκηνικών έργων: ενός Λάμπρου Κατσώνη, του οποίου ένα συντομότατο απόσπασμα λίγων δεκάδων μέτρων (τενόρος, βαρύτονος, χορωδία, ορχήστρα) εντόπισε ο Γ. Λεωτσάκος στα ευρισκόμενά του στο Μουσείο Σολωμού και Επιφανών Ζακυνθίων, του Κόντε Σπουργίτη, κωμικού μονόπρακτου σε ποίηση Ιωάννη Τσακασιάνου, και του μυστηριώδους Don Pigna για τον οποίο τίποτα δεν είναι γνωστό πλην του τίτλου.
Κατά την καταστρεπτική σεισμοπυρκαγιά του 1953 το μεγαλύτερο μέρος των χειρογράφων του Καρρέρ σώθηκε χάρη στις προσπάθειες του Ζακυνθινού ιστορικού Νικολάου Βαρβιάνη. Κάποια χειρόγραφα βρίσκονται επίσης από το 1932 στα Ιστορικά Αρχεία του Μουσείου Μπενάκη. Χάρη στη δωρεά, τέλος, του Πατρινού συνθέτη Ανδρέα Νεζερίτη, σώζεται στο Μοτσενίγειο Αρχείο στην Εθνική Βιβλιοθήκη της Ελλάδος το σπαρτίτο της όπερας Φιόρ ντι Μαρία.8 Επιπλέον στο Μουσείο Σολωμού και Επιφανών Ζακυνθίων, σώζεται, ανυπόγραφη δυστυχώς, χειρόγραφη και άψογα καλλιγραφημένη παράφραση ολόκληρου του λιμπρέττου του έργου Μαραθών – Σαλαμίς, που αποδίδεται στον Αντώνιο Φραβασίλη9 καθώς και τα Απομνημονεύματα του συνθέτη, που σταματούν απότομα τη διήγηση μετά τον Απρίλιο του 188710.
Το ελληνικό κοινό λάτρεψε τον Καρρέρ αφού έργα του ανέβαιναν τόσο στα Επτάνησα, στην Ελλάδα, αλλά και σε όλες τις ελληνικές παροικίες του εξωτερικού. Πολύ καιρό μετά το θάνατό του (1896), ως το 1930 περίπου, οι όπερές του Μάρκος Μπότσαρης και Κυρά Φροσύνη, αλλά και οι Ελληνικές μελωδίες του, με επί κεφαλής τον Γέρο Δήμο, γνώρισαν δημοτικότητα πραγματικά μοναδική στα χρονικά της μουσικής μας ιστορίας. Μια τέτοια στιγμή περιγράφει στα Απομνημονεύματά του: στις 12 Ιανουαρίου 1875, ανεβαίνει ο Μάρκος Μπότσαρης στην Πάτρα και στο τέλος της Α΄ πράξης «εις νεανίας κομψότατα ενδεδυμένος την Ελληνικήν ενδυμασίαν μοι προσέφερεν, επί βελούδινου μικρού προσκεφαλαίου, έναν αργυρούν στέφανον εκ μέρους του πατραϊκού κοινού, εις ένδειξην αγάπης και υπολήψεως. Αυτή η στιγμή είχε τύπον όλως εθνικόν και μεγίστης σημασίας».11
Σχετικά Εκθέματα
Προσωπογραφία Παύλου Καρρέρη
1 Με το βάλς Το αηδόνι, η Φιλαρμονική Εταιρεία Κερκύρας τον ανακηρύσσει μέλος της, βλ. σχετικά Π. Καρρέρ, Μαραθών – Σαλαμίς, Υπουργείο Πολιτισμού, Εθνική Λυρική Σκηνή, Καλλιτεχνική περίοδος 2002-2003, σελ. 10.
2 Π. Καρρέρ, Μαραθών – Σαλαμίς, Υπουργείο Πολιτισμού, Εθνική Λυρική Σκηνή, Καλλιτεχνική περίοδος 2002-2003, σελ. 16.
3 Π. Καρρέρ, Μαραθών – Σαλαμίς, Υπουργείο Πολιτισμού, Εθνική Λυρική Σκηνή, Καλλιτεχνική περίοδος 2002-2003, σελ. 17.
4 Ηρωΐδα του θεατρικού έργου του Διονυσίου Ρώμα Το Ζαμπελάκι (1958).
5 Π. Καρρέρ, Μαραθών – Σαλαμίς, Υπουργείο Πολιτισμού, Εθνική Λυρική Σκηνή, Καλλιτεχνική περίοδος 2002-2003, σελ. 18.
6 Τη μόνη μέχρι στιγμής ηχογραφημένη; Βλ. σχετικά Π. Καρρέρ, Μαραθών – Σαλαμίς, Υπουργείο Πολιτισμού, Εθνική Λυρική Σκηνή, Καλλιτεχνική περίοδος 2002-2003, σελ. 19-20.
7 Π. Καρρέρ, Μαραθών – Σαλαμίς, Υπουργείο Πολιτισμού, Εθνική Λυρική Σκηνή, Καλλιτεχνική περίοδος 2002-2003, σελ. 21 και Στ. Τζερμπίνος, 200 χρόνια μουσικής ζωής στη Ζάκυνθο. «Γλυκύθυμος απασχόλησις και ιστορική αλήθεια», Ζάκυνθος, 2000, σελ. 18.
8 Π. Καρρέρ, Μαραθών – Σαλαμίς, Υπουργείο Πολιτισμού, Εθνική Λυρική Σκηνή, Καλλιτεχνική περίοδος 2002-2003, σελ. 22.
9 Π. Καρρέρ, Μαραθών – Σαλαμίς, Υπουργείο Πολιτισμού, Εθνική Λυρική Σκηνή, Καλλιτεχνική περίοδος 2002-2003, σελ. 26.
10 Βλέπε Ντ. Κονόμου, Ανέκδοτα Απομνημονεύματα του Παύλου Καρρέρ, ανάτυπο από τη «Φιλολογική Πρωτοχρονιά» 1962, σελ.240 «Το χειρόγραφο είναι γραμμένο με το ίδιο το χέρι του Παύλου Καρρέρ και καλύπτει σαράντα μία σελίδες αναρίθμητες, γραμμένες και από τις δύο πλευρές κάθε φύλλου, σε συνηθισμένο λευκό χαρτί αναφοράς. Το χειρόγραφο είναι ραμμένο στη ράχη με άσπρη κλωστή κ’ έχει μιαν άγραφη σελίδα στο τέλος. Από το χειρόγραφο λείπει ένα μέρος ενδιάμεσο, άγνωστο πόσων σελίδων. Επίσης στο σημείο που σταματά θα πρέπει να υπήρχε συνέχεια, εκτός αν πρόλαβε ο θάνατος τον μουσουργό και άφησε ημιτελή τα απομνημονεύματά του».
11 Ντ. Κονόμου, Ανέκδοτα Απομνημονεύματα του Παύλου Καρρέρ, ανάτυπο από τη «Φιλολογική Πρωτοχρονιά» 1962, σελ.36 Επίσης τον Ιανουάριο του 1875 προκηρύχθηκε «Ολυμπιακός Μουσικός Αγών» στον οποίο ο Καρρέρ έλαβε μέρος και βραβεύτηκε τον επόμενο χρόνο με το «χρυσούν αριστείον των Ολυμπίων».
Γρηγόριος Ξενόπουλος (1867-1951)
![]() |
| 1 |
![]() |
| 2 |
![]() |
| 3 |
Για τον Γρηγόριο Ξενόπουλο έχουν γραφτεί πάρα πολλά, ανάλογα με την πολυεπίπεδη προσφορά του1. Άφησε πλούσιο έργο λογοτεχνικό, θεατρικό, κριτικής της λογοτεχνίας, μα έμεινε γνωστός και για το Περιοδικό Διάπλαση των Παίδων, στο οποίο εκτός από τη Διεύθυνση, την οποία είχε αναλάβει, δημοσίευε και τις περίφημες επιστολές του, που έκλεινε με τη φράση «σας ασπάζομαι, Φαίδων»2.
Γεννήθηκε στο Φανάρι το 1867 και πέρασε τα παιδικά και εφηβικά χρόνια του στη Ζάκυνθο3. Ο Ξενόπουλος κάτω από τη στοργή της μητέρας του παρακολούθησε τα μαθήματα του Δημοτικού και του Γυμνασίου στη Ζάκυνθο, πάντα πρώτος και αριστούχος, όπως μας πληροφορεί η ζακυνθινή εφημερίδα «Ελπίς»4
.«Παρατηρητικός, με οξύ μυαλό και φιλομαθής από μικρός δεν δείχνει μόνο ενδιαφέρον για κάθε είδους μάθηση, αλλά και για ό,τι γίνεται γύρω του μέσα στην μικρή, αλλά και πολυτάραχη τότε κοινωνική ζωή της Ζακύνθου με τις ταξικές της διαφορές και το ειδυλλιακό της περιεχόμενο. Όλα και το κάθε τι τον εντυπωσιάζει και το αποτυπώνει στο μυαλό του, έτσι που αργότερα θα τα χρησιμοποιήσει για θέματα στο έργο του.» 5
Το 1883 γράφεται στο πανεπιστήμιο για να σπουδάσει φυσικομαθηματικά, αλλά εγκατέλειψε τις σπουδές του για τη λογοτεχνία και ήταν ένας από τους ελάχιστους λογοτέχνες εκείνης της εποχής που κατάφερε να ζήσει από την πένα του.
Το λογοτεχνικό έργο του Ξενόπουλου δεν εντάσσεται εμφανώς στο χώρο της ηθογραφίας, καθώς επιχειρεί να αποδώσει μια ευρύτερη και σύνθετη θεώρηση της κοινωνικής πραγματικότητας, προβάλλοντας τις συγκρούσεις και τις αντιθέσεις που κυριαρχούσαν στον αστικό του περίγυρο. Για παράδειγμα με τη Μαργαρίτα Στέφα (1893) θα στραφεί στην απεικόνιση της ζακυνθινής ζωής και την ανασύνθεση των αναμνήσεών του. Με την πάροδο του χρόνου αποτυπώνει στα έργα του και τη μεταβαλλόμενη φυσιογνωμία της αθηναϊκής πρωτεύουσας.6
Παράλληλα με τον πεζογράφο Ξενόπουλο συνυπάρχει και ο κριτικός, και ο μελετητής της λογοτεχνίας μας. «Στον τομέα αυτό είναι πνεύμα προοδευτικό, όχι επαναστατικό, θετικό και γενναίο και ποτέ αρνητικό.» 7
Διαδέχτηκε το Γεώργιο Δροσίνη στη διεύθυνση της Εικονογραφημένης Eστίας και η Νέα Εστία, που από το 1927 ως σήμερα συνεχίζει την πορεία της, φιλοξένησε πολλούς λογοτέχνες, μεταφραστές, στοχαστές, κριτικούς κι ανύψωσε το πνευματικό επίπεδο της Αθήνας.
Ευαίσθητος, με ευρωπαϊκή αφομοιωμένη κουλτούρα, με οξύτατο κριτικό πνεύμα, με μυρωδιά του Ωραίου και του πρωτοποριακού, παρουσίασε πρώτος τους μεγάλους ποιητές Ιωάννη Γρυπάρη και Κωνσταντίνο Καβάφη (τον Καβάφη από τις σελίδες του περιοδικού Παναθήναια το 1903) και τους καθιέρωσε στο πανελλήνιο. 8
Στα 1896 αρχίζει τη συνεργασία του με τη «Διάπλαση των Παίδων.» Στα 1901 κάνει το δεύτερο γάμο του με την Τίτα Κανελλοπούλου, ανιψιά κι αναθρεφτή του ιδρυτή και ιδιοκτήτη του περιοδικού9. Στο θέατρο εμφανίστηκε το 1895 με το έργο «Ο Ψυχοπατέρας». Συνεργάστηκε με τη «Νέα Σκηνή» του Κ. Χρηστομάνου καθώς και με τις δύο πρωταγωνίστριες της θεατρικής σκηνής, την Κυβέλη και τη Μαρίκα Κοτοπούλη. Από το σημαντικό θεατρικό έργο του, επηρεασμένο από την Ιψενική δραματουργία, ξεχωρίζουν μεταξύ άλλων Το Μυστικό της Κοντέσσας Βαλέραινας (1904), η Στέλλα Βιολάντη (1909) και το Ψυχοσάββατο (1911).
Με Το Φιόρε του Λεβάντε, τον Πειρασμό, τη Φωτεινή Σάντρη, τον Ποπολάρο, κατάφερε πραγματικά ν’ αναπτύξει θεατρικά και αισθητικά το ελληνικό κοινό, ώστε να εξομοιωθεί με το ευρωπαϊκό πνεύμα και ν’ αποτελέσει, σε ένα μεγάλο μέρος του, ένα κοινό με σοβαρές απαιτήσεις από το θέατρο. 10
Στα θεατρικά έργα του θα διαπιστώσουμε την ανατομία της ταξικής ζακυνθινής νοοτροπίας και διαστρωμάτωσης, θα χαρούμε τα υπολείμματα του βενετσιάνικου λεξιλογίου, θα συναντήσουμε φιγούρες με ευρωπαϊκή φινέτσα, παιδεία, μουσικό λόγο, μέσα από ποικιλία χαρακτήρων, σκηνικών και σκηνογράφων. 11
Αναγνώριση της προσφοράς του στα ελληνικά γράμματα αποτελεί εκτός των άλλων, το γεγονός ότι εκλέχθηκε ακαδημαϊκός το 1931.
Ωστόσο για την αναγνώριση πέραν της λογοτεχνικής του αξίας και του ήθους του ως ανθρώπου, τεκμήρια αποτελούν οι διάφορες επιστολές που έχουν σωθεί. Το Αρχείο του Μουσείου περιλαμβάνει επιστολή του 1950 από το Δοιηκητικό Συμβούλιο του Ερασιτεχνικού Φιλοτεχνικού Ομίλου «Το Μπουρίνι» (Μυτιλήνη), που ευχαριστεί τον Ξενόπουλο για «την άδεια της παράστασης του θεατρικού έργου Φοιτητές χωρίς να ζητήσει συγγραφικά δικαιώματα και τον πληροφορεί ότι ήδη το έργο ανεβάστηκε στη Μυτιλήνη. Ακόμα στο Αρχείο υπάρχουν επιστολές από μαθητές, σταλμένες από όλη σχεδόν την Ελλάδα, την Κύπρο, αλλά και την Αίγυπτο (Αλεξάνδρεια), την Τουρκία (Κωνσταντινούπολη, Σμύρνη), που ζητούσαν πληροφορίες για τα έργα του και την κριτική του για διάφορα δοκίμια που του έστελναν στη Διάπλαση των Παίδων. 12
Πέθανε στην Αθήνα το 1951, αλλά, όπως αναφέρει και ο Ν. Λούντζης «κρατώντας τη ζακυνθινή του ταυτότητα, επιβλήθηκε στον πανελλήνιο χώρο, χωρίς υποχωρήσεις, αλλά και χωρίς επαρχιώτικα πλέγματα. Και εισέφερε την επτανησιακή πολιτιστική ιδιαιτερότητα, στην υπό διαμόρφωση ελληνική ποιότητα.»13
Σχετικά Εκθέματα
Το εκμαγείο της κεφαλής του Γρηγορίου Ξενόπουλου
Προθήκη Γρηγορίου Ξενόπουλου
1 Ο Π. Μαρκάκης στη «Βιβλιογραφία Γρηγορίου Ξενόπουλου. Εισαγωγή», Επτανησιακά Φύλλα, τ. ΚΑ΄, νο 3-4, Ζάκυνθος, 2001, σελ.297-316 αναφέρει χαρακτηριστικά, σελ. 303 «ύστερα από πολύ κόπο και μόχθο μέσα μόνο σ’ επτά μήνες συγκέντρωσα 8.170 λήμματα δημοσιευμάτων και εκδόσεων του Ξενόπουλου».
2 Για τον Γρηγόριο Ξενόπουλο έχουν γραφτεί τόσα πολλά, που αναγκαστικά έγινε επιλογή. Εξαιρετικό πάντως είναι το βιβλίο του Δ. Ν. Μουσμουτη, Γρηγοριος Ξενοπουλος 1867-1951 Χρονολόγιο Λεύκωμα, Αθήνα, 2001, όπου παρουσιάζεται φωτογραφικό υλικό πλαισιώνοντας το κείμενο για το συγγραφέα και δίνει την αίσθηση παρουσίασης της ζωής του σε σινεμασκόπ.
3 Για το βιογραφικό σημείωμα βλέπε μεταξύ άλλων και Β. Πάτσιου, «Γρηγόριος Ξενόπουλος» στο Ευθύς Εγέμισε Άνθη, Περιφέρεια Ιονίων Νήσων, Ιατροχειρουργική Εταιρεία Κέρκυρας «Πόρφυρας», Κέρκυρα 2001, σελ. 124-5 καθώς και Σπ. Αλ. Καββαδία, «Η Προσφορά του Γρηγορίου Ξενόπουλου στα Νεοελληνικά Γράμματα» στο Δ.Ν.Μουσμούτης (επ.) Ζάκυνθος: Από τη δεύτερη στην τρίτη χιλιετία. Ζακυνθινό Ημερολόγιο – Εορτολόγιο 2000 εικονογραφημένο, εκδ. Μπάστα, Αθήνα, 1999.
4 Σπ. Αλ. Καββαδία, «Η Προσφορά του Γρηγορίου Ξενόπουλου στα Νεοελληνικά Γράμματα» στο Δ.Ν.Μουσμούτη (επ.) Ζάκυνθος: Από τη δεύτερη στην τρίτη χιλιετία. Ζακυνθινό Ημερολόγιο – Εορτολόγιο 2000 εικονογραφημένο, εκδ. Μπάστα, Αθήνα, 1999, σελ. 105.
5 Π. Μαρκάκης, «Γρηγόριος Ξενόπουλος. Σύντομη Βιογραφία», Επτανησιακά Φύλλα , τ. ΚΑ΄, 3-4, Ζάκυνθος, 2001, σελ.285.
6 Β. Πάτσιου, «Γρηγόριος Ξενόπουλος» ό.π., σελ. 125.
7 Π. Μαρκάκης, «Γρηγόριος Ξενόπουλος», ό.π., σελ.287.
8 Σπ. Αλ. Καββαδία, «Η Προσφορά» ό.π.,σελ. 109.
9 Π. Μαρκάκης, «Βιβλιογραφία», ό.π., σελ.306.
10 Π. Μαρκάκης, ό.π., σελ.290.
11 Σπ. Αλ. Καββαδία, «Η Προσφορά», ό.π.,σελ. 107-110.
12 Γ. Δεμέτης, «Προσεγγίζοντας τον Γρηγόριο Ξενόπουλο μέσα από εφημερίδες της εποχής και ανέκδοτες επιστολές», Επτανησιακά Φύλλα, τ. ΚΑ΄, 3-4, Ζάκυνθος, 2001, σελ. 547-60.
13 Νίκιας Λούντζης, «Ο Ζακυνθινός Ξενόπουλος», Επτανησιακά Φύλλα, τ. ΚΑ΄, νο 3-4, Ζάκυνθος, 2001, σελ.382.
Αντώνιος Μάτεσις (1794-1875)
|
| Ο βασιλικός |
Ο Αντώνιος Μάτεσις (1794-1875), υπήρξε συμμαθητής των Διονυσίου Σολωμού και του Γεωργίου Τερτσέτη, με τους οποίους μέχρι το θάνατό του ήταν φίλος. Διακρίθηκε για την τιμιότητα και την φιλοπατρία του και διετέλεσε μέλος πολλών φιλανθρωπικών επιτροπών και ιδρυμάτων. Έγραψε ερωτικά και πατριωτικά ελεγεία και την κωμωδία ο «Βασιλικός», με την οποία διακωμωδεί τα ήθη και έθιμα του αρχοντολογιού επί Βενετοκρατίας, και θεωρείται πρόδρομος του νεοελληνικού θεάτρου. Το έργο πρωτοπαίχτηκε το 1832. Θέμα του ήταν η έχθρα και οι διαφορές των αρχοντικών σπιτιών της Ζακύνθου, που ο Μάτεσις τοποθετεί έναν αιώνα πριν από την εποχή του, στον καιρό της Βενετοκρατίας. Τον τίτλο στο έργο τον δίνει μία γλάστρα με βασιλικό. Όπως σημειώνει ο Δημήτρης Σπάθης στο πρόγραμμα της παράστασης του Εθνικού Θεάτρου, που ανέβηκε το 1999, «είναι δύσκολο να βρει κανείς άλλο νεοελληνικό δραματικό κείμενο που να αποτελεί – σε τέτοιο βαθμό όσο ο Βασιλικός – μια σύνοψη, μια ανθολογία των ιδεών που προετοίμασαν το 1789. Ένα κείμενο όπου σχεδόν στην κάθε σελίδα του στιγματίζεται το γερασμένο και απαρχαιωμένο «παλαιό καθεστώς», στιγματίζονται ο αυταρχισμός, η αυθαιρεσία, η αδικία σε ποικίλες όψεις και εκδοχές, έτσι όπως αυτά εκδηλώνονται μέσα στην οικογένεια, στην κοινωνία και την πολιτεία.»1
Εκτός από τον Βασιλικό ο Μάτεσις μας έδωσε και μια ελεύθερη απόδοση οκτώ ιταλικών σονέτων από τη συλλογή του Σολωμού Rime improvvisate, που είχαν εκδοθεί στην Κέρκυρα το 1822. Δημοσίευσε ακόμα μετάφραση των "Τάφων" του Foscolo2. Από την αγγλική λογοτεχνία ο Μάτεσις μετέφρασε ποιήματα του Ossian και την ελεγεία, «Εις τα Κοιμητήρια» (Elegy Written in a Country Churchyard), του ρομαντικού ποιητή Thomas Gray.
1 Δ. Σπάθης στο πρόγραμμα της παράστασης του Εθνικού Θεάτρου, που ανέβηκε το 1999.
2 Βλ. την εισαγωγή στην έκδοση των Απάντων του Μάτεση από την Γλ. Πρωτοπαπά - Μπουμπουλίδου, Αθήνα, 1968, σσ. ιδ΄-ιστ΄ και σημ. 20.
Πρόσωπα







