Παύλο Καρρέρ (1829-1896)

Παύλο Καρρέρ (1829-1896)

Oι επτανήσιοι συνθέτες, συμμετέχουν πλουσιοπάροχα στη μουσική κοσμογονία του 19ου αιώνα, με κορυφαίο και πιο σημαντικό συνθέτη όπερας, τον Παύλο Καρρέρ. Οι ευρωπαϊκές σπουδές του και η επίδραση της ιταλικής όπερας, μαζί με το δημοτικό τραγούδι και την έντεχνη ελληνική ποίηση των Αριστοτέλη Βαλαωρίτη, Ιουλίου Τυπάλδου, Αχιλλέα Παράσχου, Αλέξανδρου Σούτσου Ραγκαβή κ.α. τροφοδότησαν την έμπνευσή του και στήριξαν γερά το συνθετικό του έργο, εξασφαλίζοντάς του αποδοχή και καταξίωση.

Γεννήθηκε στη Ζάκυνθο στις 12 Μαΐου 1829, γιος του Κωνσταντίνου και της Πηγής, το γένος Χαριάτη. Το 1839 μπήκε εσωτερικός μαθητής στο Ιόνιο Γυμνάσιο Κέρκυρας, ενώ το 1843 συνέχισε τις εγκύκλιες σπουδές του με τον Ιγνάτιο Μαρτζώκη, καθηγητή και διευθυντή του Λυκείου Ζακύνθου και με τον μετέπειτα επίσκοπο Κυθήρων, ιερέα Κωνσταντίνο Στρατούλη. Τα πρώτα μαθήματα πιάνου και μουσικής τα πήρε από τον Ιταλό μουσικοδιδάσκαλο Τζουζέππε Κρίκκα και αργότερα από το διευθυντή της πρώτης Ζακυνθινής Φιλαρμονικής Φραντσέσκο Μαρανγκόνι. Πρώτες συνθέσεις του, σήμερα χαμένες, είναι Το Αηδόνι1, βάλς, και η μελοδραματική σκηνή Ο προσκυνητής της Καστίλλης, σε κείμενο Γεωργίου Λαγουϊδάρα. Μετά τις επιτυχίες του αυτές αποφάσισε να αφιερωθεί ολοκληρωτικά στη σύνθεση, γι’ αυτό το 1850 αναχώρησε για σπουδές μουσικής στο Μιλάνο, όπου σπούδασε και σταδιοδρόμησε για επτά ολόκληρα χρόνια.2

Στις 25 Αυγούστου 1852 ανεβαίνει στο θέατρο του Μιλάνου «Κάρκανο» η τρίπρακτη όπερά του Dante e Bice [Δάντης και Βεατρίκη], σε κείμενο Serafino Torelli, της οποίας σώζεται μόνον το λιμπρέτο. Το 1854 ανεβαίνει στο θέατρο «Σαν Τζιάκομο» της Κέρκυρας η Isabella d’ Aspeno [Ισαβέλλα του Άσπεν]. Η ίδια όπερα ανεβαίνει αργότερα στο «Κάρκανο», ενώ στις 19 Ιανουαρίου 1856 ανεβαίνει ξανά στο ίδιο θέατρο η λυρική τραγωδία του, με πρόλογο και τρεις πράξεις, σε κείμενο Ιωσήφ Σαπίου La Rediviva [Η Αναζήσασα]. Όμως η άρνηση της «Σκάλας» του Μιλάνου ν’ ανεβάσει έργα του τον ωθεί να αποφασίσει να επαναπατριστεί. Είναι άνοιξη του 1857 και ο Caccialupi σε διάστημα σαράντα ημερών του παραδίδει το λιμπρέτο του Μάρκου Μπότσαρη καθώς και της όπερας Φιόρ ντι Μαρία, εμπνευσμένης από Τα Μυστήρια των Παρισίων του Ευγένιου Σύη [Eugène Sue], που ο Καρρέρ θα μελοποιήσει αργότερα.3

Επιστρέφει στη Ζάκυνθο και στις 10 Φεβρουαρίου 1858 παρουσιάζει το έργο Isabella d’ Aspeno [Ισαβέλλα του Άσπεν], με πρωταγωνίστρια τη μετέπειτα σύζυγό του, σοπράνο Ισαβέλλα Ιατρά4. Η φήμη του συνθέτη μεγαλώνει και στις 23 και 26 Απριλίου 1858 γίνεται δεκτός από το τότε βασιλικό ζεύγος Όθωνα και Αμαλία, εκτελεί παρουσία τους αποσπάσματα από το Μάρκο Μπότσαρη και αφιερώνει το έργο στον Όθωνα. Τον επόμενο χρόνο η Ισαβέλλα Ιατρά και ο Παύλος Καρρέρ περιοδεύουν στην Πάτρα, Αθήνα, Σμύρνη και Σύρο. Στην Αθήνα τα Ελληνικά Τραγούδιατου Καρρέρ, προκαλούν πατριωτικό ενθουσιασμό και οι ελληνικές αρχές απελαύνουν το ζεύγος από φόβο μήπως δυσαρεστηθεί η Τουρκία! Μετά την περιοδεία ο Καρρέρ συνεχίζει τη σύνθεση των Ελληνικών Μελωδιών: Ανθός και Αυγούλα, Το Φεγγάρι και τον περίφημο Γέρο Δήμο, σε ποίηση Αριστοτέλη Βαλαωρίτη.5

Στις 30 Απριλίου 1861 δίνεται η παγκόσμια πρώτη της όπερας Μάρκος Μπότσαρης στην Πάτρα και σημειώνει θριαμβευτική επιτυχία, παρά την αντίδραση του μητροπολίτη Πατρών Μισαήλ Αποστολίδη, που διχάζει το πατραϊκό κοινό. Λίγα χρόνια αργότερα, στις 8 Απριλίου 1864, με την ευκαιρία της πρώτης επίσκεψης του Γεωργίου Α΄ στη Ζάκυνθο, διοργανώνει, επάνω σε πλοιάρια, την περίφημη grande serenata, προς τιμήν του μονάρχη, δείγμα αναγνώρισης της αξίας του από τους συμπατριώτες του. Στις 19 Δεκεμβρίου 1864 δίνεται η πρώτη παράσταση του Μάρκου Μπότσαρη στη Ζάκυνθο, ενώ από τον Αύγουστο μέχρι το Δεκέμβριο του 1867 συνθέτει τη δεύτερη όπερά του, Φιορ ντι Μαρία, σε κείμενο Caccialupi, και το 1868 ολοκληρώνει μια από τις ωραιότερες όπερές του, την Κυρά Φροσύνη6, σε κείμενο Ελισαβέτιου Μαρτινέγκου, εμπνευσμένη από το έργο του Αριστοτέλη Βαλαωρίτη. Στις 16 Νοεμβρίου 1868, δόθηκε η παγκόσμια «πρώτη» στο θέατρο Ζακύνθου «Απόλλων».

Leave a Comment

Do NOT follow this link or you will be banned from the site!